Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Παραμύθα 7 - Ο Big Henry Και Ο Μικρός Ρίτσαρντ

Ο ήλιος είχε ανέβει για καλά στoν ουρανό και

οι καυτές ακτίνες του χτυπούσαν αδυσώπητα

και πυρπολούσαν το τσιμέντο και την άσφαλτο

της Aμερικάνικης μεγαλούπολης. H ζωή είχε προ

πολλού πάρει τον γνωστό ρυθμό της καθημερινότητας

και οι κάθε είδους θόρυβοι ταίριαζαν με μαγικό

τρόπο, έτσι που μόνο αυτοί ήξεραν, και δημιουργούσαν

την γνώριμη ηλεκτρισμένη βουή, αναπόσπαστο

μέρος της κάθε μεγαλούπολης και τρανταχτή

απόδειξη ύπαρξης ζωής.

Η βιομηχανική ανάπτυξη και η ακμάζουσα

επιχειρηματική δραστηριότητα, πρόσφερε στο σύνολο

του πληθυσμού την δυνατότητα για μια εύκολη και

άνετη επιβίωση, ενώ υπήρχαν και πάρα πολλές

ακόμα ευκαιρίες και δυνατότητες για μεγαλύτερη

οικονομική άνοδο και επιτυχία. Βέβαια, η Αμερική

είχε την μεγάλη τύχη να μην γνωρίσουν τα εδάφη

της τον τελευταίο πόλεμο, αλλά αυτό δεν είναι

καθόλου αρκετό για να ερμηνεύσει το αναπτυξιακό

θαύμα (δηλαδή ένας πακτωλός δολαρίων, που

συντηρεί μια ακμάζουσα κοινωνική ευημερία), δέκα

μόλις χρόνια μετά το τέλος του τόσο καταστροφικού

Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Όπως σ' όλες

τις μεγαλουπόλεις της Αμερικής, έτσι και στην

μεγαλούπολη αυτή των κεντροδυτικών πολιτειών, ο

κόσμος είχε αφομοιώσει έναν καινούριο τρόπο

ζωής, μοιράζοντας τον χρόνο του μεταξύ εργασίας

και διασκέδασης, ακολουθώντας (ασυναίσθητα οι

περισσότεροι) τους βασικούς κανόνες του

πολιτικοκοινωνικού και οικονομικού ιμπεριαλισμού, που

παρέμενε ένα ακμάζων σύστημα. Η δεκαετία του

1950 είχε ανατείλει με τις πιο ευοίωνες προοπτικές,

πλημμυρίζοντας τους πάντες και τα πάντα με

αισιοδοξία. Ο χρόνος κύλαγε αβίαστα και

εποικοδομητικά, δημιουργώντας τις βάσεις για μια αυριανή

Αμερικάνικη κοινωνία με ζοφερό μέλλον.

Η μέρα είχε προχωρήσει για τα καλά και η

Αυγουστιάτικη ζέστη γινόταν όλο και πιο ενοχλητική.

Στις γειτονιές της κάτω πόλης υπήρχε μια κάποια

δροσιά, όμως συνοδευόταν από μια αποπνικτική

βρώμα, καθώς το μικρό ποτάμι κόντευε να στεγνώσει

και τα νερά του δεν είχαν αρκετή ορμή για να

παρασύρουν τα απόβλητα και τα σκουπίδια που

συγκεντρώνονταν στις όχθες του. Στην κάτω πόλη,

που απλωνόταν κατά μήκος στις όχθες του ποταμού,

η ζωή κυλούσε με διαφορετικό ρυθμό και οι

φτωχογειτονιές με τα παλιά σπίτια και τους

στενούς και βρώμικους δρόμους, αποτελούσαν την

άλλη όψη της πραγματικότητα, η οποία δεν είχε καμιά

σχέση με την εικόνα της ευημερίας και ευτυχίας

που συναντάς σ' ολόκληρη την υπόλοιπη πόλη. Στις

φτωχογειτονιές του ποταμού, οι σφυγμοί της πόλης

χτυπούσαν με διαφορετικό ρυθμό, και μια περίεργη

ησυχία απλωνόταν, περικυκλωμένη απειλητικά από

την στραγγαλιστική βουή της πόλης.

Σ' ένα δωμάτιο, στο δεύτερο όροφο ενός παλιού

πενταόροφου κτιρίου, μόλις εκατό μέτρα από το

ποτάμι, ο Χένρυ παραπατώντας σηκώθηκε απ' το

κρεβάτι και ακουμπώντας στον τοίχο, κρατώντας

με δυσκολία την ισορροπία του, έφτασε μέχρι την

πόρτα και την άνοιξε. Στο κατώφλι στεκόταν ένας

δεκάχρονος μαύρος, που μόλις αντίκρισε τον Χένρυ

αναφώναξε χαρούμενα και με θαυμασμό: «Καλημέρα

Μπιγκ Μαν». Ο Χένρυ δεν απάντησε, παρά μόνο

άπλωσε το χέρι του προς την μεριά του μικρού. Ο

μικρός μαύρος έφερε το χέρι του στην πίσω τσέπη

του παντελονιού του κι έβγαλε ένα ταχυδρομικό

φάκελο και τον πρότεινε προς το μέρος του

πανύψηλου αδύνατου πενηντάχρονου νέγρου, που με

δυσκολία στηριζόταν στο πλαίσιο της πόρτας.

Ξέρεις Μπιγκ Μαν, από το Μικρό Αδερφό είπε χαρωπά.

Ο Χένρυ άπλωσε το χέρι του, χάιδεψε τα μαλλιά

του μικρού νέγρου με τρυφερότητα και πήρε

τον φάκελο. «Ευχαριστώ σπινταριστό ανεψίδι»

απάντησε μορφάζοντας, προσπαθώντας να χαμογελάσει

ο Χένρυ και γύρισε προς το δωμάτιο, ενώ ο

πιτσιρικάς κατέβαινε τρέχοντας τις σκάλες, μ' ένα

τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό

του. Ο Χένρυ σωριάστηκε σε μια καρέκλα κι έβαλε

τον φάκελο στην τσέπη του πανταλονιού του,

χωρίς να τον κοιτάξει καθόλου. Πήρε μια βαθιά

ανάσα, κράτησε τον αέρα λίγο μέσα του και μετά

άπλωσε το χέρι του στο συρτάρι του κομοδίνου,

ψαχούλεψε λίγο στα τυφλά και ανέσυρε ένα ζευγάρι

γυαλιά ηλίου, τα οποία φόρεσε ξεφυσώντας. Σε

τέτοιες περιπτώσεις ο ήλιος του προκαλούσε

αλλεργία και του έφερνε συνεχώς αηδιαστικά

φτερνίσματα.

Κατέβηκε στο δρόμο φορώντας το ψάθινο καπελάκι

του. Βάδιζε τοίχο-τοίχο αναζητώντας την

σκιά, προχωρώντας με κατεύθυνση προς τον ποταμό.

Η περιοχή γύρω του ήταν γνωστή και οικεία

και την διαδρομή αυτή την είχε κάνει τόσες πολλές

φορές, που τα βήματά του τον οδηγούσαν από μόνα

τους. Είχε το κεφάλι σκυμμένο και δεν έβλεπε

καθόλου τριγύρω, αλλά ανταπαντούσε σ' όλους όσους

τον χαιρετούσαν (και ήταν αρκετοί αυτοί),

αναγνωρίζοντας τον καθένα από την φωνή του. Ο Χένρυ

αγαπούσε τον κόσμο και είχε και πολλούς φίλους,

αλλά κάτι τέτοιες στιγμές δυσκολευόταν να έχει

την αίσθηση του περίγυρού του και προτιμούσε να

αποκοπεί απ' αυτόν. Ο κόσμος παρ' ότι το καταλάβαινε,

δεν έδειχνε να ενοχλείται και όλοι του φέρονταν

με σεβασμό και εκτίμηση. Ο «Μπιγκ Μαν»

Χένρυ κάτι τέτοιες στιγμές νιώθει ντροπή, αλλά

σφίγγει τα χείλη του και προχωράει ανάμεσα,

ολόισα προς τον προορισμό του. Η διαδρομή διαρκεί

ακριβώς δέκα λεπτά. Πάντα δέκα λεπτά, με τα

πόδια. Δέκα λεπτά, που έχουν τελείως διαφορετική

χωροχρονική αίσθηση. Δέκα λεπτά, φορτισμένα με

ηδονιστική αγωνία. Δέκα λεπτά με την λύτρωση

της αναμονής. Δέκα λεπτά ιλίγγου.

Τα δέκα λεπτά συμπληρώνονται και ο Χένρυ

χτυπάει το κάτω δεξιά κουδούνι, στον αριθμό 28 της

Dam street, σκουπίζοντας με την ανάποδη του

χεριού του το ιδρωμένο μέτωπό του, ανασηκώνοντας

ελαφρά το ψάθινο καπέλο του. Από ένα ανοικτό

παράθυρο του δευτέρου ορόφου ξεπροβάλλει ένα

γυναικείο πρόσωπο, που ρίχνει μια γρήγορη ματιά

κατά μήκος του δρόμου, σταματάει για λίγο στον

Χένρυ, και αργά-αργά τραβιέται προς τα μέσα, ενώ

ταυτόχρονα ακούγεται ο ήχος του αυτόματου

μηχανισμού που ανοίγει με κρότο την παλιά βαριά

πόρτα. Ο Χένρυ που ακούμπαγε στην πόρτα, έπεσε με

ορμή προς τα μπροστά, άπλωσε το δεξί χέρι του κι

αρπάχτηκε την τελευταία στιγμή, από τη ξύλινη

κουπαστή της σκάλας, έφερε μια στροφή γύρω από

τον εαυτόν του και ισορρόπησε ακουμπώντας στον

τοίχο, έχοντας ήδη κάνει δύο βήματα μπροστά και

βρισκόμενος στο δεύτερο σκαλοπάτι. Αυτό είχε

συμβεί τόσες πολλές φορές, που για τον Χένρυ είχε

πια καταντήσει ιδιαίτερη συνήθεια, και το διασκέδαζε

αφάνταστα, να μπαίνει στο νούμερο 28 της

Dam street με αυτό τον τρόπο. «Καλημέρα Μπιγκ

Μαν», αναφώνησε ένας δωδεκάχρονος μαύρος από

την κορυφή της σκάλας και ο «Μπιγκ Μαν» Χένρυ

του έγνεψε ένα χαιρετισμό με το αριστερό χέρι,

καθώς ανέβαινε τις σκάλες, έχοντας κρεμασμένο το

κορμί του στο δεξί χέρι του.

Μια ευτραφής μαύρη, κρατώντας ένα μωρό στην

αγκαλιά της, άνοιξε την πόρτα του στενόχωρου

διαμερίσματος, ακριβώς την στιγμή που στην άλλη

άκρη του διαδρόμου εμφανίστηκε ο Χένρυ

διπλωμένος στα δύο. «Αν το ήξερα πως ήσουν τόσο χάλια,

θα ειδοποιούσα ασθενοφόρο να σε κουβαλήσει,

καημένε μου», του είπε πειραχτικά η χοντρή μαύρη

με το παιδί στην αγκαλιά. «Αν πραγματικά θέλεις

να κάνεις κάτι για μένα, παράτησε αυτόν τον

ηλίθιο άντρα που έχεις κι έλα μαζί μου», απάντησε με

το πιο μελοδραματικό τρόπο ο «Μπιγκ Μαν» Χένρυ

και χώθηκε στην ανοικτή πόρτα που τον

οδηγούσε στο διπλανό δωμάτιο.

Σ' ένα ξέστρωτο διπλό κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος

ένας γεροδεμένος νέγρος, που διάβαζε μια εφημερίδα

ιπποδρομιακών στοιχημάτων πίνοντας πορτοκαλάδα.

Βλέποντας τον Χένρυ να μπαίνει στο

δωμάτιο, πέταξε την εφημερίδα στο κρεβάτι και

σηκώθηκε, ανοίγοντας την αγκαλιά του και λέγοντας:

«Βρε καλώς τον σωτήρα μου. Τι άκουσα; Θα με

απαλλάξεις απ' αυτή την φώκια;». «Μόνο αν την

κάνεις τράμπα με κανένα δεκάγραμμο», αποκρίθηκε ο

Χένρυ, κοιτώντας πονηρά τον γεροδεμένο χαμογελαστό

μαύρο στα μάτια. «Α έτσι μάγκα μου, μπορώ

να τη ξεφορτωθώ και μ' ένα τεταρτάκι», απάντησε

με προσποιητή απογοήτευση ο μαύρος, ανοίγοντας

το πρώτο συρτάρι ενός παμπάλαιου γραφείου και

βγάζοντας από μέσα ένα παιδικό κουκλάκι. «Κάτσε

να τα πω αυτά στη κυρά σου, να δούμε αν θα σου

ξανακρατήσει τσίλιες!» σάρκασε ο Χένρυ, πετώντας

στην καρέκλα το ψάθινο καπέλο του και

ακουμπώντας στο κρεβάτι, μορφάζοντας και

κρατώντας την κοιλιά του. «Μπα, γίναμε και ρουφιάνοι

τώρα μίστερ Μπιγκ Μαν;» ανταπόδωσε ο γεροδεμένος

μαύρος, ανοίγοντας με προσοχή ένα δερμάτινο

σακουλάκι, που έβγαλε από μια τρύπα στην

πλάτη της πανένιας κούκλας.

Να σου πω... μπορώ να ξεχάσω ότι άκουσα, αν

μου ξηγηθείς μπερκέτι» είπε μισοαστεία μισοσοβαρά

ο Χένρυ, ξεκουμπώνοντας το ιδρωμένο πουκάμισό

του και ξεφυσώντας, στέλνοντας τον αέρα προς το

μουσκεμένο στήθος του. «Αν νομίζεις πως έτσι

εύκολα μπορείς να με ξεφορτωθείς, είσαι γελασμένος

κύριέ μου», παρενέβηκε η χοντρή νέγρα, που μπήκε

στο δωμάτιο κρατώντας στο ένα χέρι το μωρό και

στο άλλο χέρι μια μικρή πλαστική τσάντα, την

οποία άφησε πάνω στο παλιό γραφείο. «Αγάπη μου

γλυκιά τι είναι αυτά που λες;» της αποκρίθηκε ο

άντρας της, παίρνοντας την πλαστική τσαντούλα

και αδειάζοντας το περιεχόμενο πάνω στο κατακαμένο

από τσιγάρα, γραφείο. «Άσε τα πούστικα

μίστερ Τζακ Ουάλλας» είπε με προσποιητή αγριάδα η

χοντρή νέγρα, που φεύγοντας στάθηκε για λίγο

μπροστά στον Χένρυ και χαϊδεύοντάς του τα

μαλλιά, ψιθύρισε εκστασιακά: «Γλυκιέ μου Λιτλ Μαν!»

και βγήκε από το δωμάτιο, κουνώντας με αδέξια

προκλητικότητα τον κώλο της.

Ο Χένρυ πήρε μια καρέκλα και πλησίασε στο

γραφείο για να κάτσει δίπλα στον Τζακ, ο οποίος με

ιεροτελετουργικό τρόπο τοποθετεί στις κατάλληλες

θέσεις τα σύνεργα και σπρώχνει προς την μεριά

του Χένρυ ένα χάρτινο φακελάκι. «Μια απ' τα

γνωστά Χένρυ, ε;». Ο Μπιγκ Μαν Χένρυ κουνάει

καταφατικά το κεφάλι του, βγάζει από την τσέπη του

ένα σουγιαδάκι και προσεκτικά αφαιρεί από το

χάρτινο φακελάκι την μισή ποσότητα της σκούρας

σκόνης και την αδειάζει στο κουταλάκι που

βρίσκεται μπροστά του. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα

και ξανασκουπίζοντας με την ανάποδη του χεριού

του το ιδρωμένο μέτωπό του, βγάζει από την τσέπη

του μία σύριγγα ινσουλίνης 1 cc και την γεμίζει

κατά τα 3/4 με νερό, που ρουφάει απ' το ποτήρι που

βρίσκεται μπροστά και δεξιά του. «Ξέρεις Μπιγκ

Μαν, έχω μία ανεψιά την Σάντυ, και μ' έχει ζαλίσει

να την φέρω να σας δει. Θα κανονίσεις για τίποτα

εισιτήρια ή για καμιά πρόσκληση;».

Ξεροκαταπίνοντας με δυσκολία ο Χένρυ προσπαθεί

να καταπνίξει μια τάση εμετού, ενώ ταυτόχρονα

μουσκεύει ένα μπαμπάκι με οινόπνευμα, το

ακουμπάει στο κέντρο ενός σταχτοδοχείου, του

βάζει φωτιά και στην κορυφή της φλόγας τοποθετεί

το γεμάτο κουταλάκι. «Είμαστε πέντε άτομα που

γουστάρουμε να ‘ρθουμε καμιά βραδιά από το

μαγαζί για να καμαρώσουμε τον Μπιγκ Μαν Χένρυ»,

συνέχιζε ο Τζακ, φτιάχνοντας ένα μικρό μπαλάκι

από μπαμπάκι και τοποθετώντας το προσεχτικά

στο κουταλάκι, αμέσως μόλις ο Χένρυ το κατεβάζει

από την φωτιά και το ακουμπάει μπροστά του.

Με τρεμάμενα χέρια παίρνει την σύριγγα,

ακουμπάει την βελόνα στο μπαμπάκι-φίλτρο και αντλεί

γρήγορα-γρήγορα όλο το περιεχόμενο του κουταλιού.

Μόλις αφαιρείται και η τελευταία σταγόνα απ'

το κουταλάκι, ο Χένρυ τοποθετεί την γεμάτη

σύριγγα μέσα στο ποτήρι με το νερό και περιμένοντας

να κρυώσει, γυρίζει προς τον Τζακ και με

φωνή που υποδηλώνει κάποια έκπληξη του

απαντάει: «Από πότε μίστερ Τζακ Ουάλας ενδιαφέρεστε

για την ιεροκάπηλη μουσική που προσβάλλει

τις μπλούζ παραδόσεις μας;». «Έλα βρε Χένρυ,

είπαμε μια κουβέντα κάποτε και 'συ έχεις κολλήσει

εκεί;» αποκρίθηκε ο γεροδεμένος μαύρος, γελώντας

νευρικά και κουνώντας τα χέρια του.

Ο Χένρυ πήρε την σύριγγα και σηκώθηκε προχωρώντας

προς την ντουλάπα, στην απέναντι μεριά

του δωματίου. Άνοιξε το κεντρικό φύλλο και

στάθηκε μπροστά στον εσωτερικό καθρέπτη. Πήρε

μερικές γρήγορες αναπνοές, εστίασε το βλέμμα του

στο είδωλό του και ρουφώντας μια γερή ανάσα,

κράτησε τον αέρα μέσα του και παρέμεινε ακίνητος,

φουσκωμένος και με τις φλέβες του λαιμού

διογκωμένες. Με σίγουρες κινήσεις, παρ' ότι τα

χέρια του τρέμανε, ακούμπησε την άκρη της βελόνας

στην φλέβα που ξεχώριζε στο αριστερό μέρος του

λαιμού, κάτω και λίγο μπροστά από το αυτί. Με μια

απότομη κίνηση έσπρωξε την βελόνα προς την

μεριά της φλέβας. Τράβηξε προς τα πίσω το έμβολο

κάνοντας αναρρόφηση και είδε το αίμα να ρέει

αργά μέσα στην σύριγγα. Ήταν τυχερός, είχε βρει

φλέβα με την πρώτη. Τα χέρια του έτρεμαν και

είχαν ιδρώσει, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να

αδειάσει, αργά και σταθερά, το περιεχόμενο της

σύριγγας μέσα στην φλέβα. Ένιωσε ένα δυνατό κάψιμο,

από το ξινό, που μεταδόθηκε και στις κοντινότερες

φλέβες και αμέσως μετά ένα μυρμήγκιασμα

διαπέρασε, σαν ηλεκτρικό ρεύμα, ολόκληρο το

κορμί του. Τράβηξε απότομα την σύριγγα και αμέσως

τοποθέτησε ένα κομμάτι μπαμπάκι, που του το

έδωσε ο Τζακ, στην τρύπα που άφησε η βελόνα,

από την οποία άρχισε να κυλάει μια λεπτή γραμμή

αίματος.

Κρατώντας την ματωμένη σύριγγα, γύρισε,

περπατώντας αργά και με τα μάτια μισόκλειστα προς

το γραφείο. Ο Τζακ ξαναπέταξε την ιπποδρομιακή

εφημερίδα στο κρεβάτι και κοίταξε τον Μπιγκ

Μαν Χένρυ στα μάτια. «Είμαστε εντάξει τώρα

Μεγάλε Χένρυ;» ρώτησε χαμογελώντας πονηρά. O

Xένρυ ακούμπησε την σύριγγα στο γραφείο κι

έπιασε και με τα δύο χέρια την μέση του, τεντώνοντας

το κορμί του προς τα πίσω, αφήνοντας να του

ξεφύγει ένα μουγκρητό ανακούφισης. Μέσα σε

ελάχιστα δευτερόλεπτα οι ανατριχίλες και τα ρίγη

εξαφανίστηκαν, μαζί με τα αναπνευστικά προβλήματα,

τις τάσεις για εμετό, τους πόνους στις κλειδώσεις

και στην μέση, τις σουβλιές στο στομάχι, την

αλλεργία της γεύσης και της όσφρησης και την

τόσο σιχαμένη αίσθηση του άρρωστου κορμιού, με

τους ερεθισμένους πόρους να εκκρίνουν βρωμερά

τοξικά υγρά ανακατεμένα με ιδρώτα.

Μηχανικά ο Χένρυ άρχισε να πλένει και να

καθαρίζει την ματωμένη σύριγγα και το χρησιμοποιημένο

κουταλάκι. Άναψε επιτέλους τσιγάρο και

ρούφηξε αχόρταγα τον καπνό. «Μπιγκ Μαν είσαι εντάξει;»

ξαναρώτησε με κάποια αγωνία αυτή την φορά,

ο Τζακ. «Εντάξει είμαι γιατρέ» αποκρίθηκε ο Χένρυ,

κάνοντας μια υπόκλιση που δήλωνε τις ευχαριστίες

του. Ξαφνικά σαν να θυμήθηκε κάτι σοβαρό,

άρχισε να κουμπώνει βιαστικά το πουκάμισό του,

μάζεψε το ψάθινο καπέλο του και τα γυαλιά, και

στρώνοντας άτσαλα με τα χέρια του τα ρούχα του,

κίνησε προς την πόρτα. «Πρέπει να βιαστώ, με

περιμένουν για πρόβα» είπε, γνέφοντας με το δεξί του

χέρι ένα βιαστικό χαιρετισμό. Φτάνοντας στην

πόρτα, σταμάτησε και ξαναγύρισε προς τον Τζακ, τον

αγκάλιασε και βγάζοντας από την τσέπη του τον

φάκελο τον πέταξε στο γραφείο. «Παρά λίγο να

ξεχάσω τα φράγκα», του σφύριξε στο αυτί και χτυπώντας

τον στην πλάτη τον αποχωρίστηκε και βγήκε

γρήγορα απ' το δωμάτιο και άρχισε να κατεβαίνει

δυο-δυο τα σκαλοπάτια, τακτοποιώντας το

καπέλο και τα γυαλιά του. Βγαίνοντας

από το νούμερο 28 της Dam street,

άκουσε τον Τζακ να του φωνάζει, έχοντας βγει ο

μισός έξω απ' το παράθυρο του δευτέρου ορόφου: «Τα

λεφτά που μου άφησες είναι λίγο περισσότερα απ'

ότι πρέπει. Μήπως έγινες ξαφνικά πλούσιος Μπιγκ

Μαν;» Ο Χένρυ κοντοστάθηκε για λίγο. «Καλά, τα

κανονίζουμε αύριο» του απάντησε και απομακρύνθηκε

με γρήγορο βήμα, τραβώντας παράλληλα

προς το ποτάμι. «Όπως θέλει ο Μπιγκ Μαν»,

μουρμούρισε ο Τζακ και τραβήχτηκε μέσα από

το παράθυρο.

Οι αποστάσεις στην κάτω πόλη, οι διαδρομές

στις περιοχές γύρω απ' το ποτάμι, είναι τόσο

γνώριμες και συνηθισμένες στον Χένρυ, τις έχει κάνει

τόσες πολλές φορές, που το ένστικτο και τα πόδια

του τον οδηγούν από μόνα τους. Έχει συμβεί πάρα

πολλές φορές τα τελευταία χρόνια να είναι

αναγκασμένος, πριν πάει οπουδήποτε, να περνάει πρώτα

από το 28 της Dam street. Έτσι λοιπόν, για άλλη

μια φορά κατευθύνθηκε προς τον χώρο που κάνουν

τις πρόβες (μια πρώην αποθήκη ξυλείας), ακολουθώντας

την διαδρομή δια μέσου του νούμερου 28 της

Dam. Τα βήματά του είναι βαριά, καθώς τα πόδια

του λυγίζουν κάτω από το βάρος του κορμιού του,

και η πορεία του γίνεται άστατη και ελλειπτική. Οι

σκέψεις και οι ιδέες ανακατεύονται στο μυαλό του

και μπερδεμένες εικόνες χορεύουν μπροστά στα

μάτια του, σαν πραγματικά γεγονότα. Από τα χείλη

του ξεφεύγουν ασύνδετες προτάσεις, που τις

συνοδεύει με κουνήματα του κεφαλιού και εκφραστικές

χειρονομίες. Κάτι τέτοιες στιγμές συνηθίζει να

απολαμβάνει τον εαυτό του, που ξεχύνεται σ' ένα

συνθετικοεκτελεστικό παραλήρημα και παρασύρεται

από ηδονιστικούς ρυθμούς και μελωδίες, που

αναπτύσσονται και ολοκληρώνονται με μαγικό τρόπο

στο μυαλό και στη ψυχή του, που όμως περνούν και

φεύγουν και τίποτα δεν μένει στην ανάμνηση.

«Θα'ρθεις μια νύχτα βροχερή / κάποιο Σαββάτο

βράδυ / και θα φανείς σαν αστραπή / που σκίζει το

σκοτάδι. / Θάνε η φωνή σου δροσερή / τα μάτια

σου θα λάμπουν / στ' αυτιά μου σαν καμπάνες

μακρινές / τα λόγια σου θα φτάνουν. / Σ' ένα δωμάτιο

γυμνό / θα δώσουμε τα χέρια / κι εκατομμύρια

φωνές / θα γίνουν τα αστέρια. / Χτες βράδυ δεν

κοιμήθηκα / κι έκατσα να σου γράψω / και μολυβιά, αχ

μολυβιά, δεν τράβηξα / δίχως ν' αναστενάξω». Ο

Χένρυ κουνιόταν σ' ένα περίεργο ρυθμό, με τα

χέρια απλωμένα, σαν να τον κρατάνε σε ισορροπία

και κάθε τόσο παραπάταγε και σκόνταφτε, αλλά

πάντα επανερχόταν στον ρυθμό.

Η φιγούρα του ξεχώριζε καθώς βάδιζε άτσαλα μεν γρήγορα

δε, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους διαβάτες, που ζαλισμένοι

από τον ήλιο και την ζέστη του μεσημεριού που

πλησίαζε, βάδιζαν βαριεστημένα κι έχοντας περιορίσει

στο ελάχιστο κάθε περιττή κίνηση.

Στις νότιες πολιτείες, οι άνθρωποι έχουν

ανακαλύψει όλους τους τρόπους βαδίσματος που

απαιτούν οι περιστάσεις, αλλά έτσι που παρασύρονται

από τον ξέφρενο ρυθμό του σύγχρονου και του

μοντέρνου, σε λίγο θα τα έχουν ξεχάσει όλα. Κάτι

τέτοια ήταν που δεν μπορούσε να καταλάβει η Λού

και αφέθηκε να την παρασύρουν χίλιοι δυο άχρηστοι

αλλά μοντέρνοι τρόποι και τον παράτησε,

αφού πρώτα τον αποκάλεσε «συντηρητικό» και

κολλημένο. «Αχ, βρε Λού! Αχ μωρή Λού, εσύ που μ'

έσπρωξες να γράψω μέχρι και ερωτικά τραγούδια!

Θα 'πρεπε να σε σκοτώσω μωρό μου», σιγοτραγούδησε

σε μπη μποπ ρυθμό.

Διέσχισε διαγώνια την έρημη αλάνα, που κάθε

απόγευμα οι ομάδες των γειτονιών διοργανώνουν

τουρνουά αγώνων μπάσκετ, προσπέρασε ένα υπό

κατεδάφιση διώροφο και σταμάτησε μπροστά σ'

ένα μακρόστενο κτίριο, βαμμένο φανταχτερό μπλε.

Δρασκέλισε την μισάνοικτη πόρτα και προχώρησε

προς το βάθος, περνώντας δίπλα από στοίβες ξύλων.

Στο βάθος σ' ένα καθαρισμένο χώρο, μία πολυπληθή

παρέα συζήταγε και καλαμπούριζε φωναχτά. Ο

Χένρυ προχώρησε προς το μέρος τους, περνώντας

δίπλα από θήκες οργάνων και καλώδια, που

τροφοδοτούσαν με ηλεκτρικό ρεύμα τους ενισχυτές.

Τραγούδαγε ακόμα: «θα'πρεπε να σε σκοτώσω

μωρό μου»...

Σήκωσε το βλέμμα του, χαμογέλασε σ'

όλους τριγύρω και ανέβασε τα χέρια του πάνω απ'

το κεφάλι του, γνέφοντας χαιρετισμό.

Εκείνη την στιγμή σκόνταψε σε μια θήκη

κιθάρας, παραπάτησε, προσπάθησε να κρατήσει την

ισορροπία του, δεν τα κατάφερε και τελικά έπεσε

φαρδύς πλατύς, παρασύροντας κι ένα πιατίνι, που

πρόσθεσε τον ήχο στο πέσιμο. Τα γέλια και οι

συζητήσεις σταμάτησαν απότομα και όλοι στράφηκαν

προς το μέρος που ακούστηκε ο θόρυβος. Ο «Μπιγκ

Μαν» Χένρυ ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, ακίνητος,

με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι.

«Τι έγινε ρε Χένρυ;» φώναξε κάποιος.

«Εγώπ μπομ η Λού μποπ ε Λοπ μπαμ μπούμ», είπε

ο Χένρυ ζαλισμένος από το πέσιμο.

«Πώς το είπες; Πώς το είπες αυτό;» αναφώναξε

και πετάχτηκε από την θέση του ο Ρίτσαρντ Πέννιμαν,

ο τραγουδιστής και μεγάλη προσωπικότητα

της ορχήστρας, που τώρα τελευταία είχε αρχίσει να

γίνεται γνωστός με το πιο καλλιτεχνικό όνομα

Μικρός Ρίτσαρντ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: